ἀτιμαγέλης

ἀτιμαγέλης
ἀτῑμαγέλης , ἀτιμαγέλης
despising the herd
masc nom sg
ἀ̱τῑμαγέλης , ἀτιμαγελέω
forsake the herd
imperf ind act 2nd sg (doric aeolic)
ἀτῑμαγέλης , ἀτιμαγελέω
forsake the herd
imperf ind act 2nd sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • ατιμαγέλης — ἀτιμαγέλης, ο (Α) ο ταύρος που εγκαταλείπει την αγέλη και βόσκει μόνος του, κυρίως κατά την περίοδο της οχείας …   Dictionary of Greek

  • ἀτιμαγέλαι — ἀτῑμαγέλαι , ἀτιμαγέλης despising the herd masc nom/voc pl ἀτῑμαγέλᾱͅ , ἀτιμαγέλης despising the herd masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτιμαγέλας — ἀτῑμαγέλᾱς , ἀτιμαγέλης despising the herd masc acc pl ἀτῑμαγέλᾱς , ἀτιμαγέλης despising the herd masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατιμαγελώ — ἀτιμαγελῶ ( έω) (Α) (για ταύρο) γίνομαι ατιμαγέλης, εγκαταλείπω την αγέλη …   Dictionary of Greek

  • ἀτιμαγέλου — ἀτῑμαγέλου , ἀτιμαγέλης despising the herd masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”